Καλωσόρισμα




Προς υποψήφιους συνομιλητές των εκπαιδευτικών ασπαλάθων

Αθεράπευτα ελεύθεροι,

Επίμονοι υποστηρικτές του δημόσιου αγαθού της παιδείας ως δικαιώματος και ως χώρου δια-μόρφωσης του πολιτευόμενου πολίτη,

Αμετανόητα διαμαρτυρόμενοι για τα κακώς έχοντα στο δημόσιο βίο,

Εραστές του λόγου σε όλες τις διαστάσεις και τις προεκτάσεις της έννοιας,

Συνειδητά αποκλίνοντες ως μη υπάκουοι υπήκοοι των προκαθορισμένων προτύπων αγορασμένης "ευτυχίας",

Απολαμβάνοντες ώρες μοναχικής ενδοσκόπησης αλλά και κοινωνοί γενναιόδωροι όσων συν-κινούν τις ψυχές και διανοίγουν ποικίλες οδούς προς την κάθαρση,

Μοιραστείτε διαδικτυακά καταθέσεις ειλικρινούς στοχασμού σ'αυτά που σταδιακά θα ξετυλιχθούν στον ιστοχώρο αυτό.

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Γιώργος Ιωάννου και Κύπρος

Το πιο κάτω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της "Νέας Κίνησης Καθηγητών" τον Ιούνιο του 2009. Στη συνέχεια το έστειλα προς δημοσίευση σε αρκετές κυπριακές εφημερίδες, ως φόρο τιμής στους νεκρούς του 74. Καμία εφημερίδα δεν το δημοσίευσε.
Αναρτάται στο παρόν ιστολόγιο, γιατί θεωρώ πως το θέμα του παραμένει τραγικά επίκαιρο.


"Συνομιλώντας με το Γιώργο Ιωάννου 45 χρόνια μετά..."

Ήταν μια από εκείνες τις αγγελίες που συνηθίσαμε πια να διαβάζουμε στον καθημερινό τύπο, αφορμή για τούτο το σημείωμα. Δεν έλεγε τίποτα που δεν ξέραμε – μια ακόμη κηδεία ανάγγελλε – ενός παιδιού, 5.5 χρονών, τότε. Κι όμως, η στιφή γεύση ενός ακόμη συλλογικά αθρήνητου, άδικου, παράλογου θανάτου ήρθε να στοιχειώσει ξανά τις κρύπτες της μνήμης, εκεί όπου οι καιροί επιμένουν ν’αποκοιμήσουμε τη συλλογική μας συνείδηση στο όνομα μιας αμφιβόλου προέλευσης κάθαρσης της ψυχής και του τόπου.
«Την πολυαγαπημένη μας θυγατέρα κι αδελφή ΧΧΧ κηδεύουμε από την εκκλησία ΧΧΧ αύριο Κυριακή, 12 Απριλίου, στις 12 ...».
Σε τι μπορεί να διαφέρει ο πόνος που προκαλεί ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, αν αυτός έρχεται ως αναπόφευκτο τέλος μιας πορείας – μιας όποιας πορείας -  ή αν επιβάλλεται τόσο βίαια, τόσο πρόωρα, τόσο άδικα;
Τούτες τις μέρες που οι εφημερίδες γέμισαν από παλαιούς νεκρούς που «τα οστά τους εταυτοποιήθησαν με τη μέθοδο DNA» και που οι λέξεις αποκαλύπτουν τη φρίκη ενός κόσμου όπου παιδιά και μανάδες, γέροντες και στρατιώτες, έφηβοι και μεσήλικες, γυναίκες  εγκυμονούσες και κορίτσια, δίνουν πρόσωπο στον απρόσωπο αριθμό των αναφορών που ξέραμε ως τώρα...
Τούτες τις μέρες που κάποιες λέξεις (ιστορική αλήθεια, ευθύνες, ειρηνική συνύπαρξη, εθνική ταυτότητα, θύμα και θύτης) απέκτησαν εκ νέου βαρύ φορτίο στη συνείδησή μας, καθώς διάφοροι ειδήμονες και «ειδήμονες» αγωνίζονται να νοηματοδοτήσουν αλλιώς τη γνώση - αλλά, κυρίως, την ημιμάθειά μας. Που κάποιοι έχουν βαλθεί να στρέψουν τη λειψή μας αντίληψη - ή ακόμη και την άγνοιά μας - για όσα έγιναν, προς κατευθύνσεις ετεροφωτισμένες από τα σπάργανα του καθενός – ως είθισται. Ή που, χειρότερα ακόμη, νεοφώτιστοι «επαΐοντες» τολμούν να πειραματίζονται ως νέοι αλχημιστές της ιστορίας, μονοπολώντας το «χάρισμα της προοδευτικότητας», επεμβαίνοντας άτεγκτα στη συλλογική συνείδηση, ενοχοποιώντας και καθαίροντας, συγχεόντας θύτες και θύματα γεγονότων που έντεχνα παραμένουν στο ημίφως μιας σχετικής αλήθειας...
Τούτες τις μέρες που κάποιοι επίμονα θυμούνται τις αλήθειες που έζησαν, αλλά λίγοι αποφασίζουν να μιλήσουν. Που κάποιοι επίμονα αρνούνται να ξεχάσουν σε πείσμα εκείνων που επίμονα στρέφουν τα κεφάλια μόνο μπροστά (λες και το αύριο μπορεί να είναι ασύνδετο με το σήμερα και το χτες). Που οι πολλοί αδυνατούν να κατανοήσουν, αφού κάποιοι άλλοι έχουν φορέσει το προσωπείο της αθωότητας και κρύβονται πίσω από λέξεις βαρύγδουπες, φορτισμένες με τον ηρωισμό και τη δόξα ημετέρων και ετέρων και με το μεγαλείο μιας λαμπρής παρελθούσας προ αιώνων εποχής...
Τούτες τις μέρες, λοιπόν, πώς να μην αναρωτηθείς για την έκβαση της αναμέτρησης ανάμεσα στο σύγχρονο «προοδευτικό λόγο» (χρωματισμένο ποικιλοτρόπως πάνω σε σημαίες και λάβαρα παλαιά και νέα), και τη λογοκοπία της «εθνικοφροσύνης»; Και πώς να μην προκαλεί το δέος η απερισκεψία όσων φρονούν πως έχουν το δικαίωμα να μιλούν «χοντρικά» για αριθμούς και θύματα της βίας, δακρύζοντας αραιά και που μπροστά στους προβολείς, αλλά και μπροστά στα βλέμματα εκείνων που περίμεναν 34 και κάτι χρόνια για να τους επιτραπεί να θρηνήσουν σεμνά απάνω στα απομεινάρια του δικού τους ανθρώπου; Το κοριτσάκι «εδολοφονήθη σε ηλικία 5,5 χρονών, στις 16 Αυγούστου 1974». Πώς να διαβάσεις απλώς για το θάνατο ενός παιδιού, δικού ή ξένου, χωρίς να αναλογιστείς το πώς; Καθώς το γιατί παραμένει μετέωρο να βασανίζει όχι μόνο τις ψυχές όσων αισθάνονται την προσωπική ιστορία τους δεμένη με τούτο τον τόπο, αλλά – κυρίως - τη σκέψη των ελάχιστων που απέμειναν να αναζητούν τις ευθύνες πίσω ή έξω από τα κούφια λόγια των καιρών.
Οι αναλογίες αναπόφευκτες με όσα τεκταίνονται σε κείνο το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου για το δεκαεξάχρονο αγόρι που «μαρτύρησε» τότε; Αλλά και για την εμμονή της ιστορίας να μιλά μέσα απ’τη σιωπή και τις παύσεις, να ενοχλεί τον εφησυχασμό με λέξεις δηλωτικές ενός κόσμου βυθισμένου στην παράνοια του φόβου. Να προειδοποιεί για τα επερχόμενα δεινά. Χίλια εννιακόσια εξήντα τρία – όχι το δικό μας – αλλά τόσο σχετικό και καθοριστικό για το δικό μας ’63, είκοσι χρόνια μετά τη μαζική σφαγή στα Καλάβρυτα, εκείνην του ’43, από τους ναζί. Δυο αδέλφια θάβουν τον τότε νεκρό αδελφό τους. Δεκάξι χρονών.
Κι ενώ στοιχειώνουν τη σκέψη τα εκατοντάδες βλέμματα «στα βραχάκια» – μάρτυρες γεγονότων που κρατήθηκαν στο σκότος, αλλά που επίμονα ζωντανεύουν και μας ρωτούν «τι να ’γινε άραγε εκεί σε μας κείνες τις μέρες», σκέφτομαι πως την επόμενη φορά που θα διαβαστεί σε οποιαδήποτε σχολική τάξη το διήγημα του Ιωάννου, την ώρα που μεσ’στη νεκρική σιωπή ακούγεται βραχνά η «χαριστική βολή» και στη θέα του κρανίου και της «μικρής τρύπας λίγο πιο πάνω απ’ το μέτωπο» ζωντανεύει νοερά η στιγμή της εκτέλεσης, όλοι ανεξαίρετα θα δουν στο πρόσωπο του δεκαεξάχρονου μάρτυρα έναν άλλο μάρτυρα της δικής μας ιστορίας: εκείνον του δεκαεννιάχρονου στρατιώτη που τόλμησε να κοιτάξει στα μάτια και να φτύσει κατάμουτρα τον εκπρόσωπο της βίας και της βαρβαρότητας. Μιας βαρβαρότητας με μόνη εθνικότητα αυτήν του φανατισμού, με μόνη θρησκεία αυτήν της τυφλής προσήλωσης στην πατριδολαγνεία, με μόνη κατανοητή γλώσσα την κούφια φανφαρολογία που ξεσηκώνει, που συνεπαίρνει και οδηγεί στο μίσος, την αλλοφροσύνη, την παράνοια.
Ο Ιωάννου οργίζεται γιατί οι νεοέλληνες σιωπούν (ξέχασαν, άραγε, ή καμώνονται πως ξέχασαν) κι ανέχονται εκείνον που δηλώνει αναίσχυντα: «Καλά τους έκαναν. Αφού οι άλλοι σκότωσαν στρατιώτες του κατακτητή». Φοβούνται προφανώς τον ένστολο της παρέας. Ή αναμένουν κι αυτοί τη βολή τους από το όποιο «κασόνι της αμερικάνικης βοήθειας».
Κι εμείς; Όχι είκοσι μα τριανταπέντε και σαρανταπέντε χρόνια μετά, θα παραμείνουμε άραγε το ίδιο με κείνους απαθείς, ανίκανοι να μετρήσουμε τις ευθύνες, να ζυγίσουμε τις ενοχές, να διεκδικήσουμε αυτά που μας στέρησαν; Προσηλωμένοι μόνο στο τότε ή μόνο στο μετά, θα αφεθούμε να φερόμαστε ως ουραγοί των όσων άλλοι για μας αποφασίζουν; Κυριευμένοι από μια απροσδιόριστη ενοχή, φοβούμενοι το δικό μας «ένστολο», θα επιτρέψουμε τη δικαίωση της βαρβαρότητας - της όποιας βαρβαρότητας, δικής μας και ξένης – μπροστά στο πολλά υποσχόμενο «κασόνι» που προορίζεται για όσους σωπαίνουν; Η θα τολμήσουμε να αντιδράσουμε σε όσα δυναστεύουν όχι μόνο εμάς, αλλά και την κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, και την κάθε συλλογική οντότητα;
Ο δρόμος του μαντατοφόρου αμφίβολος. Προς το παρόν, το μήνυμά του έντεχνα συβηλλικό. Επιστρατεύονται άμουσα ομοιώματα Κασσάνδρας, ιερατεία με προσωπεία χαρωπά, Απόλλωνες, Ήφαιστοι, Ερμήδες και τα λοιπά και τα λοιπά. Ξορκίζοντας τους Προμηθείς, μας έμαθαν να μεταφράζουμε πια και το «οι καιροί ου μενετοί».
Η χαμηλότονη σοφία σπανίζει. Κυριαρχούν οι κραυγές.
Οι απόγονοι του Αισχύλου μάς εγκατέλειψαν προτού ολοκληρώσουν το έργο, αφήνοντάς τους υποκριτές μονάχους να τα βγάλουν πέρα με την ύβρη, το χορό να θρηνεί βουβά μες στο πένθος και τους ελάχιστους εναπομείναντες θεατές να αναρωτιούνται προς τα πού να αναζητήσουν την κάθαρση, καθώς επίδοξοι ατάλαντοι θεατροποιοί μάχονται μαζί με ετερόφωτους κομπάρσους να περιτυλίξουν το σύγχρονο από μηχανής θεό με τα χολιγουντιανά εφέ μιας άκομψης φαρσοκωμωδίας, για να οδηγήσουν το δράμα στη λύση του, ερήμην του πλήθους, αγνοώντας τη νέμεση και επινοώντας νέες θεατρικές συμβάσεις στη θέση των αισχύλιων νόμων...
Μάιος - Ιούνιος 2009

Ευχαριστώ την Αλεξάνδρα, τον Αλέξη, την Αμαλία, την Άννη, την Ειρήνη, τη Μαρία, τη Νίκη, την Παναγιώτα, την Πωλίνα, τη Σόνια, τη Σοφία, τη Φοίβη, τη Χαρά, το Χάρη, τη Χλόη και όλα τα άλλα 17-18χρονα παιδιά που, βιώνοντας την έννοια της ενσυναίσθησης, σιωπηλά και ριγώντας, άπλωσαν τους κραδασμούς της ψυχής τους πέραν του χωροχρονικού πλαισίου της ανάγνωσης του διηγήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Όλα τα σχόλια που αφορούν τα θέματα που αναρτώνται είναι ευπρόσδεκτα, εφόσον παραμένουν σε πλαίσιο σεβασμού και νομιμότητας. Ευπρόσδεκτες είναι όλες οι απόψεις, οι διαφωνίες, ο αντίλογος και η κριτική απέναντι στα γραφόμενα. Δεν επιτρέπονται σχόλια που περιέχουν στοιχεία λιβέλλου, ρατσιστικά, υβριστικά ή προσβλητικά για οποιονδήποτε και για οποιοδήποτε στοιχείο του οικοσυστήματος. Ο συγγραφέας αυτού του ιστολογίου διατηρεί το δικαίωμα να διαγράψει οποιοδήποτε σχόλιο δε σέβεται την πιο πάνω αρχή.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget