Καλωσόρισμα




Προς υποψήφιους συνομιλητές των εκπαιδευτικών ασπαλάθων

Αθεράπευτα ελεύθεροι,

Επίμονοι υποστηρικτές του δημόσιου αγαθού της παιδείας ως δικαιώματος και ως χώρου δια-μόρφωσης του πολιτευόμενου πολίτη,

Αμετανόητα διαμαρτυρόμενοι για τα κακώς έχοντα στο δημόσιο βίο,

Εραστές του λόγου σε όλες τις διαστάσεις και τις προεκτάσεις της έννοιας,

Συνειδητά αποκλίνοντες ως μη υπάκουοι υπήκοοι των προκαθορισμένων προτύπων αγορασμένης "ευτυχίας",

Απολαμβάνοντες ώρες μοναχικής ενδοσκόπησης αλλά και κοινωνοί γενναιόδωροι όσων συν-κινούν τις ψυχές και διανοίγουν ποικίλες οδούς προς την κάθαρση,

Μοιραστείτε διαδικτυακά καταθέσεις ειλικρινούς στοχασμού σ'αυτά που σταδιακά θα ξετυλιχθούν στον ιστοχώρο αυτό.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Προβληματισμοί για το νέο σχέδιο αξιολόγησης


Δόθηκε πρόσφατα στις Εκπαιδευτικές Οργανώσεις η «Αναθεωρημένη πρόταση του Υπουργείου Παιδείας για ένα νέο σύστημα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών λειτουργών». Η πρόταση περιλαμβάνει και τα περιβόητα παραρτήματα που αφορούν στην οικονομική πτυχή του νέου σχεδίου αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, τα οποία, ενώ «διέρρευσαν» στον ημερήσιο τύπο στις αρχές Ιουλίου του 2010, δε δίνονταν μέχρι τώρα στους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς, παρά την επανειλημμένη υποβολή του σχετικού αιτήματος από όλες τις εκπαιδευτικές οργανώσεις.
Για χάρη της ιστορίας αναφέρεται ότι η εν λόγω διαρροή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για πολλούς μήνες παρέμεναν αναπάντητα τα ερωτήματα που είχε καταθέσει η ΟΕΛΜΕΚ στον Υπουργό Παιδείας προς διευκρίνιση των ασαφειών της προηγούμενης πρότασης, προκάλεσαν στους μαχόμενους εκπαιδευτικούς έντονες ανησυχίες και ποικίλα ερωτήματα για τους λόγους αυτής της προκλητικής περιφρόνησης του συνδικαλιστικού κινήματος εκ μέρους του Υπουργείου. Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η καθυστέρηση στην κατάθεση του παραρτήματος με τα οικονομικά στοιχεία της πρότασης οφείλεται στο περιεχόμενό του, το οποίο πιθανόν να προκαλούσε αντιδράσεις εκ μέρους της συνδικαλιστικής ηγεσίας αλλά και των λοιπών εκπαιδευτικών.

Το νέο σχέδιο που κατατέθηκε φαίνεται να επιβεβαίωσε το εύλογο της ανησυχίας όσων αντιλαμβάνονται τα τρωτά στις «μεταρρυθμιστικές» διαδικασίες, και διαβλέπουν πως η εφαρμογή της αρχής «διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους» θα πάρει την άγουσα ως περιττή, εάν η πορεία προς το «ανθρώπινο και δημοκρατικό σχολείο» συνεχίσει να χαράζεται σύμφωνα κυρίως με οικονομικές και άλλες σκοπιμότητες και υπολογισμούς ερήμην της σχολικής πραγματικότητας. Γιατί, ενώ το θεωρητικό πλαίσιο της νέας πρότασης διατείνεται ότι συντάσσεται με τους στόχους της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και προς τούτο υιοθετεί επιστημονικά θεμελιωμένες αρχές (αναπτυξιακή, εξελικτική, ανατροφοδοτική) προς ένα συμμετοχικό μοντέλο αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος που έχει ως στόχο την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού συστήματος, τα οικονομικά παραρτήματα παραπέμπουν στην καταξίωση του διοικητισμού εις βάρος του παιδαγωγικού χαρακτήρα του δημόσιου σχολείου. Πώς αλλιώς να ερμηνευτεί η αντιμετώπιση του ρόλου του Παιδαγωγικού Συμβούλου ως  αξιολογικά κατώτερου από αυτόν του Διοικητικού Βοηθού Διευθυντή, εφόσον μισθολογικά ο ΠΣ τοποθετείται σε κατώτερη κλίμακα από το ΔΒΔ (Α12 / Α12+2); Μήπως τα κριτήρια επιλογής και τα συγκεκριμένα καθήκοντα των δύο θέσεων προαγωγής δικαιολογούν αυτή τη διαφοροποίηση; Το μήνυμα, πάντως, που στέλλεται είναι ότι η διεκπεραίωση διοικητικών εργασιών είναι περισσότερο σημαντική από το παιδαγωγικό-επιμορφωτικό έργο σε ένα σύγχρονο «ανθρώπινο και δημοκρατικό σχολείο». Ή μήπως απλώς η μεταρρυθμιστική φιλοσοφία υποτάσσεται στα οικονομικά δεδομένα της πρότασης;

Χαρακτηριστική είναι εξάλλου η φρασεολογία του παραρτήματος για τις εξοικονομήσεις που προκύπτουν, είτε από την κατάργηση της μείωσης διδακτικού χρόνου Β. Διευθυντών και Διευθυντών που παραχωρείται σήμερα για σκοπούς εκπαίδευσης, είτε από την αποδέσμευση των ειδικών συμβούλων, των οποίων (θεωρητικά τουλάχιστον) ο ρόλος είναι σήμερα να στηρίζουν το εκπαιδευτικό έργο, είτε ακόμη από την ανεδαφική ανακατανομή των οργανικών θέσεων - ανεδαφική για όσους έχουν γνωρίσει έμπρακτα και όχι θεωρητικά τις απαιτήσεις σε διευθυντικό προσωπικό που προκύπτουν για την απρόσκοπτη λειτουργία ενός Λυκείου κι ενός Γυμνασίου. Αλλιώς πώς εξηγείται η πρόταση για ένα Διοικητικό Βοηθό Διευθυντή / 150 μαθητές στη Μέση Εκπαίδευση, του οποίου τα καθήκοντα θα είναι προφανώς υπεραυξημένα σε σχέση με σήμερα, εφόσον οι ΔΒΔ θα αναλάβουν ουσιαστικά υφιστάμενα καθήκοντα των Β.Δ. και των Β.Δ.Α΄ (συνολικά περίπου 1/70 μαθητές);

Εάν η απάντηση σε τούτο είναι ότι θα αναβαθμιστεί ο ρόλος – και άρα τα καθήκοντα – του απλού εκπαιδευτικού, τότε θα πρέπει επιτέλους να τεθεί επί τάπητος ο πραγματικός χρόνος που ένας εκπαιδευτικός εργάζεται για να ανταποκριθεί στα ολοένα και αυξανόμενα καθήκοντά του, ο οποίος θα πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με επιστημονικά κριτήρια και σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα και ανάγκες του σημερινού εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να διαφανεί η αλήθεια και να σταματήσει επιτέλους η λανθασμένη εντύπωση ότι «οι εκπαιδευτικοί δε δουλεύουν» ή έστω «δε δουλεύουν όσο οι άλλοι».

Ταυτόχρονα, η καινοτομία που ονομάζεται Παιδαγωγικός Σύμβουλος, ενώ καταρχάς φαντάζει ως μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών στη σχολική μονάδα, στην ουσία αντιμετωπίζεται ως μια λύση του τύπου «δύο σε ένα» για την εξοικονόμηση πόρων: αντιμετώπιση επιμορφωτικών αναγκών και άρα απάντηση στο επίμαχο αίτημα για συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, απαλλαγή από αποσπασμένους συμβούλους, μεντορικός ρόλος στους νεοεισερχόμενους, αξιολόγηση για σκοπούς ανατροφοδότησης, κτλ. κτλ. Τα πιο πάνω θα μπορούσαν να ισχύσουν, εάν το προτεινόμενο ωράριο του Παιδαγωγικού Συμβούλου (ωράριο διδασκαλίας σημερινού Β.Δ. + ευθύνη για 10 εκπαιδευτικούς στη σχολική του μονάδα ή σε άλλες σχολικές μονάδες) επέτρεπε την ουσιαστική εμπλοκή του ΠΣ σε όσα προαναφέρονται. Είναι να διερωτάται κανείς με ποιες μαθηματικές αλχημείες έχει υπολογιστεί από την προϊστάμενη αρχή ο πραγματικός χρόνος εργασίας που απαιτείται για τα πιο πάνω, αλλά και εάν έχουν γίνει αντιληπτές οι αντικειμενικές απαιτήσεις σε ενέργεια και προσωπική επένδυση για τη μελέτη, την ετοιμασία υλικού, την καθοδήγηση και την αξιολόγηση για σκοπούς ανατροφοδότησης δέκα διαφορετικών ατόμων, το κάθε ένα από τα οποία θα παρουσιάζει ιδιαίτερες ανάγκες σε γνώσεις, υλικό και μεθοδολογία για διαφορετικά διδακτικά αντικείμενα. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, νομιμοποιείται κάποιος να διερωτηθεί εάν η πρόταση έγινε εν αγνοία των δεδομένων και των αναγκών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης;

Η πρόταση προκαλεί επίσης προβληματισμούς για τα εξής: Ενώ η περιγραφόμενη διαδικασία στηρίζεται στη φιλοσοφία της συνεργασίας ανάμεσα στα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας, της αλληλεπίδρασης, του αναστοχασμού και της ανατροφοδότησης που έχουν ως στόχο την ανάπτυξη των εκπαιδευτικών στο πλαίσιο της βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου στο σύνολό του, φοβάμαι ότι έχουν αγνοηθεί βασικές παράμετροι της λειτουργίας μιας σχολικής μονάδας, με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημα να κινδυνεύει να οδηγήσει με την εφαρμογή του σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό και αναποτελεσματικό μοντέλο λειτουργίας της κάθε σχολικής μονάδας. Και τούτο γιατί η πρόταση διατηρεί υφιστάμενες δομές και ισορροπίες (μετεξέλιξη θέσεων), οι οποίες θα μεταφέρουν τις στρεβλώσεις του υπάρχοντος συστήματος, εάν προηγουμένως δεν χαρτογραφηθεί η εκπαιδευτική κοινότητα όσον αφορά στα προσόντα, τα έτη υπηρεσίας, το είδος της προϋπηρεσίας σε συνάρτηση με την μέχρι στιγμής κατανομή και στελέχωση των θέσεων προαγωγής (η οποία συνήθως γινόταν με υπολογισμούς μονοδιάστατους και συχνά ελλιπείς ή λανθασμένους). Μια τέτοια χαρτογράφηση ενδέχεται να φωτίσει δυσκολίες και τυχόν προβλήματα από την εφαρμογή της πρότασης, ιδιαίτερα όσον αφορά τις σχέσεις ΠΣ και απλών εκπαιδευτικών με πολλά χρόνια υπηρεσίας. Γιατί οι νόμοι που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά σε μια εργασιακή ομάδα είναι σαφώς πολυπλoκότεροι από τις σχέσεις επιμορφωτή – επιμορφούμενου που περιγράφει η συγκεκριμένη πρόταση.
Θεωρώ λυπηρό το ενδεχόμενο η πρόταση για ένα νέα σύστημα αξιολόγησης (μια πρόταση που αναμένεται εδώ και χρόνια, για να αντικαταστήσει ένα παρωχημένο και προβληματικό σύστημα αξιολόγησης, και η οποία στηρίζεται σε ένα αξιόλογο θεωρητικό πλαίσιο), να ανατραπεί εξαιτίας την παραγνώρισης σημαντικών παραμέτρων που αφορούν στη λειτουργία μιας σχολικής μονάδας. Κάπου εδώ σημειώνω και την αντίθεση ανάμεσα στην πρόθεση για αυτονόμηση της σχολικής μονάδας και την πραγματικότητα του συγκεντρωτικού μας συστήματος (π.χ. καθορισμένη ύλη και εξετάσεις), καθώς και τον κίνδυνο να αναλώνεται χρόνος και ενέργεια σε γραφειοκρατικές διαδικασίες που αποσκοπούν σε αυτοϊκανοποίηση και ετεροϊκανοποίηση, εις βάρος του πραγματικού σκοπού του σχολείου.

Κλείνοντας ας μου επιτραπεί το εξής: Δεν είναι της αρμοδιότητάς μου να γνωρίζω κατά πόσον η πρόταση είναι εφαρμόσιμη στη Δημοτική Εκπαίδευση. Μπορώ όμως να υποθέσω ότι με αυτά τα δεδομένα η πρόταση (στα παραρτήματα τουλάχιστον) είναι ανέφικτη για τη Μέση Εκπαίδευση. Ευελπιστώ πως η ηγεσία της ΟΕΛΜΕΚ θα μελετήσει επισταμένα τα ζητήματα που προκύπτουν από την πρόταση του Υπουργείου και ότι θα σταθεί στο επιστημονικό και συνδικαλιστικό ύψος που απαιτούν οι περιστάσεις, για να πάρει αποφάσεις που να την τιμούν ως Οργάνωση Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Κύπρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Όλα τα σχόλια που αφορούν τα θέματα που αναρτώνται είναι ευπρόσδεκτα, εφόσον παραμένουν σε πλαίσιο σεβασμού και νομιμότητας. Ευπρόσδεκτες είναι όλες οι απόψεις, οι διαφωνίες, ο αντίλογος και η κριτική απέναντι στα γραφόμενα. Δεν επιτρέπονται σχόλια που περιέχουν στοιχεία λιβέλλου, ρατσιστικά, υβριστικά ή προσβλητικά για οποιονδήποτε και για οποιοδήποτε στοιχείο του οικοσυστήματος. Ο συγγραφέας αυτού του ιστολογίου διατηρεί το δικαίωμα να διαγράψει οποιοδήποτε σχόλιο δε σέβεται την πιο πάνω αρχή.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget